10-11 Απριλίου 1826: Η Έξοδος των «Ελεύθερων Πολιορκημένων»

06/04/2023

Αραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Τουρκιάς, τοπ’ Άγγλου!

Πέλαγο μέγα πολεμά, βαρεί το καλυβάκι

Δ. Σολωμός

Της Βιβή Δούκη

Στην Ελλάδα υπάρχει μόνο μία πόλη που χαρακτηρίστηκε Ιερά. (το βλέπουμε και στις πινακίδες που κατευθύνουν τον ταξιδιώτη)

Ιερά Πόλις Μεσολογγίου. Πιθανόν απορημένος να ρωτήσει ο επισκέπτης αυτής της περιοχής, γιατί ειδικά το Μεσολόγγι χαρακτηρίζεται ως Ιερά Πόλις……

Διότι……

Ήταν 4 Αυγούστου 1825 και ο Μητροπολιτικός ναός του Ναυπλίου είναι κατάμεστος από κόσμο. Παράταιρο το θέαμα, καθώς έβλεπες προύχοντες με τα χρυσοκέντητα σεγκούνια τους, οπλαρχηγούς ζωσμένους όπλα με τις φουστανέλες, τα τσαρούχια τους και την εντυπωσιακή χρωματιστή φέρμελη (γιλέκο), διέκρινες χήρες με κουρέλια και μωρά στην αγκαλιά, πολεμιστές καταρρακωμένους από την πείνα και τις κακουχίες, ρακένδυτους, ανάπηρους με μάτια πικραμένα και κλαμένα αλλά με το κεφάλι ορθό, μικρά παιδιά ορφανά κατεβασμένα από τα βουνά με ματωμένα τα πόδια, τα χέρια και το πρόσωπο, όλοι θύματα ενός πολυετούς και πολυαίματου Αγώνα. Παρακολουθούν με προσοχή και προσήλωση τη θεία λειτουργία, μπορεί να μην καταλαβαίνουν όλα τα λόγια της, όμως η ατμόσφαιρα που δημιουργείται τους γλυκαίνει την ψυχή.

Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου. Πίνακας του Γάλλου ζωγράφου Ευγένιου Ντελακρουά εμπνευσμένο από την μάχη των Ελλήνων στην δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου.

Με το τέλος της Θείας Λειτουργίας κάποιος καλοντυμένος, αλλά με χαρακτηριστική απλότητα άνθρωπος, μορφωμένος και σπουδαγμένος, ετοιμάζεται να τους μιλήσει, θα εκφωνήσει έναν λόγο πανηγυρικό. Ο Αθανάσιος Πολυζωίδης, δημοσιογράφος και αργότερα δικαστικός (θα προεδρεύσει στη δίκη- σκευωρία του Κολοκοτρώνη, στην οποία θα αντιμετωπίσει και ο ίδιος ποινή φυλάκισης, αφού δεν υπέγραψε μαζί με τον δικαστή Γεώργιο Τερτσέτη την καταδικαστική εις θάνατον απόφαση που επέβαλε στο γέρο του Μοριά η κυβέρνηση της Αντιβασιλείας επί Όθωνα) λέει: ‘’Για μας από σήμερα το Μεσολόγγι είναι Ιερά Πόλις’’

Ήδη είχε προηγηθεί και τελειώσει με αίσια κατάληξη η πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου, η οποία ξεκίνησε στις 25 Οκτωβρίου του 1822 και τελείωσε στις 31 Δεκεμβρίου 1822, όταν με 8.000 περίπου άντρες οι περήφανοι πασάδες των Τούρκων Ομέρ Βρυώνης και Κιουταχής κατασκήνωσαν γύρω απ’ το Μεσολόγγι για να το κουρσέψουν. Πήγαιναν και έρχονταν οι απεσταλμένοι των πασάδων με υποσχέσεις και φιρμάνια με δώρα, για πιθανή παράδοση του, αλλά οι πολιορκημένοι δεν καταλάβαιναν τίποτε από αυτές τις ‘’τσιριτσάντζουλες’’.

Ο δαιμόνιος οπλαρχηγός Μάρκος Μπότσαρης, που άφησε το Σούλι και επιδόθηκε με προσήλωση στην άμυνα του Μεσολογγίου, ήταν συνεχώς αναβλητικός και τσάκιζε τα νεύρα των πασάδων με την αυθάδεια του, να λέει στους απεσταλμένους τους για παράδοση: ‘’Καλά, αύριο θα το δούμε’’ ή ‘’αν θέλετε τον τόπο μας, ελάτε να τον πάρετε’’. Και από αύριο σε αύριο ο καιρός περνούσε και οι πολιορκημένοι δεν παραδίδονταν, κάνοντας, εκτός των άλλων, και έναν πόλεμο νεύρων προς τους περήφανους πασάδες που νόμιζαν ότι η πτώση του Μεσολογγίου θα ήταν ζήτημα ημερών. Μέσα στο Μεσολόγγι βρισκόταν περίπου 2.000 άνδρες της λεγόμενης ‘’Φρουράς’’ του. Ανάμεσά τους ο Μάρκος Μπότσαρης (όπως είπαμε) και ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο μορφωμένος αυτός Φαναριώτης, που αποσκοπούσε, βέβαια, και σε μία αρχηγική θέση στη Ρούμελη, καθώς στο Μωριά άλλοι έκαναν κουμάντο.

Ο Ιμπραήμ και οι στρατιώτες του.

Στις σκηνές των Τούρκων η παραμονή τους μέσα στο χειμώνα, μέσα στο κρύο και τις λάσπες και χωρίς να φαίνεται από πουθενά η παράδοση των πολιορκημένων, προκαλεί μεγάλη φασαρία. Κιουταχής και Ομέρ μαλώνουν, βρίζονται και κατηγορεί ο ένας τον άλλον. Ο Κιουταχής κατηγορεί τον Ομέρ ότι δεν θέλει να κάνουν γιουρούσι για να μην υπάρχουν νεκροί Έλληνες, καθώς του λέει πως στις φλέβες του κυλά ελληνικό αίμα (υπήρχε η φήμη ότι ο Ομέρ ήταν παιδί που αρπάχτηκε με το παιδομάζωμα και έγινε γενίτσαρος).

Έξαλλος ο Ομέρ ‘άστραψε και βρόντηξε’’. Γύρω τους και οι άλλοι πασάδες, όλοι συζητούν τι θα κάνουν για να ΄΄ξεπαστρέψουν’’ το Μεσολόγγι. Πίνουν τον καφέ τους και λένε τη γνώμη τους.

Κάπου εκεί στην άκρη ένας δούλος, που υπηρετεί εδώ και χρόνια πιστά τον Ομέρ Βρυώνη, σκυφτός και σιωπηλός έχει το βλέμμα του καρφωμένο στο μπρίκι, μήπως και τυχόν του ξεφύγει το φούσκωμα του καφέ. Χωρίς να το θέλει ακούει τους Τούρκους που σχεδιάζουν να ‘’χτυπήσουν’’ το Μεσολόγγι χαράματα Χριστουγέννων, όταν όλοι θα είναι στις εκκλησίες, ανυποψίαστοι.

Τι να κάνει ο δούλος; Έλληνας είναι, χρόνια αιχμάλωτος του Ομέρ Βρυώνη, έχει γίνει πια ‘’μπιστεμένος’’. Ο Γιάννης Γούναρης κλωθογυρνάει στα σκεπάσματα του, παλεύει η καρδιά με τη λογική. Προσπαθεί να φανεί ψύχραιμος, για να μην γίνει αντιληπτός, αλλά μέσα στην ψυχή του γίνεται χαλασμός. Τι να κάνει; Να πάει να φανερώσει στους Μεσολογγίτες τα σχέδια των πασάδων ή όχι; Εξάλλου έχει αιχμάλωτη τη γυναίκα και τα δύο του αγοράκια στην Άρτα. Σε περίπτωση που μιλήσει…. και ο ίδιος δεν θέλει να σκεφτεί τι θα ακολουθήσει!

Ξάφνου σηκώνεται από το κρεβάτι του, ντύνεται χοντρά, χαιρετά τον φρουρό και δείχνοντας το κυνηγετικό του όπλο τού λέει πως πάει να χτυπήσει πουλιά για το φαΐ του αφέντη. Τρέχει να προειδοποιήσει τους πολιορκημένους για το τι τους ξημερώνει. Έτσι λοιπόν τελείωσε η πρώτη πολιορκία με ντροπιαστική ήττα των Τούρκων, αφού οι Έλληνες προετοιμάστηκαν και τους περίμεναν στις κρυψώνες και στα τείχη, καταφέρνοντας τους αιφνιδιασμό. Άρον-άρον έφυγαν τις επόμενες μέρες οι Τούρκοι αφήνοντας πολλά λάφυρα στο σημείο της πολιορκίας. Ο δε Γιάννης χάθηκε, γυρνούσε σαν τρελός, φέρνοντας στο νου του τα σφαγμένα αγγελούδια του και την αθώα νεαρή γυναίκα του που πλήρωσαν τόσο ακριβά τη νίκη του Μεσολογγίου.

Άρα η δεύτερη απόπειρα πολιορκίας ήταν θέμα τιμής για τους Τούρκους. Κυρίως για τον Κιουταχή (ο Ομέρ δεν τον συνόδευε αυτή τη φορά). Έτσι από τις 15 Απριλίου 1825 άρχισαν να καταφθάνουν τα τουρκικά στρατεύματα υπό τον Κιουταχή, επιδιώκοντας με τη δεύτερη αυτή πολιορκία την πτώση και παράδοση του Μεσολογγίου, ώστε, κατά συνέπεια, αφού καταληφθεί το πρώτο και σημαντικότερο οχυρό της Ρούμελης, να διαλυθεί η επανάσταση των ραγιάδων, που ήδη μετρούσε, ανέλπιστα, 5 χρόνια ζωής.

Τα χρόνια που μεσολάβησαν ανάμεσα στις δύο πολιορκίες ‘’οι ελεύθεροι πολιορκημένοι’’ δεν κάθισαν με άδεια χέρια. Ο Χιώτης μηχανικός Μιχαήλ Κοκκίνης με αρχιτέκτονα τον Σταύρο Κουτζούκη αναλαμβάνουν να ανακαινίσουν το παλαιό τείχος, να μεγαλώσουν την τάφρο που ήδη υπήρχε σε 8- 9 μέτρα και να τη βαθύνουν 2 μέτρα. Επίσης οικοδόμησαν κανονοστάσια ύψους 2-3,5 μέτρων, στα οποία δόθηκαν ονόματα όπως Ρήγα, Κοραή, Λόρδου Βύρωνα κ.τ.λ. Μόλις ολοκληρώθηκαν οι εργασίες τοποθετήθηκαν 52 σιδερένια κανόνια διαφόρου διαμετρήματος.

Ο Άγγλος ποιητής και φιλέλληνας λόρδος Βύρων θα φτάσει στο Μεσολόγγι από την Ιταλία, μέσω των Ιονίων νήσων, στις 4 Ιανουαρίου 1824 και ενώ το Μεσολόγγι βρίσκεται σε αποκλεισμό από τους Τούρκους, οι οποίοι δεν έπαψαν, ουσιαστικά να το πολιορκούν πότε.

Εντωμεταξύ ο εμφύλιος των Ελλήνων βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη ανάμεσα στους πολιτικούς και στρατιωτικούς τού αγώνα, ο καθένας διεκδικούσε τα εύσημα και τα πρωτεία της οργάνωσης της επανάστασης και μία βεβαίως αρχηγική θέση στο μετέπειτα νεοσύστατο ελληνικό κράτος.

Ο λόρδος Βύρων, διαπρεπής και διεθνούς φήμης ξένος, ήρθε στο Μεσολόγγι παρακινούμενος από τη μεγάλη του αγάπη για τη δοξασμένη Αρχαία Ελλάδα και όλα αυτά που πρόσφερε στη διαμόρφωση των συγχρόνων ιδεών.

Ερχόμενος στο Μεσολόγγι αντιλήφθηκε αμέσως τις άθλιες συνθήκες που υπήρχαν, τόσο στο θέμα της πείνας και των οικονομικών πόρων που χρειαζόταν ο Αγώνας, όσο και στο θέμα του ηθικού, το οποίο ήταν στα ‘’τάρταρα’’. Για το οικονομικό ζήτημα διέθεσε ό,τι είχε και δεν είχε, ώστε να φροντίσει για την υλική ενίσχυση των πολιορκημένων και τον εξοπλισμό τους σε μάχιμο υλικό. Για το θέμα της κατάπτωσης του ηθικού και τις μεταξύ τους κόντρες και διαφωνίες, εξέφρασε τη λύπη του και τον προβληματισμό του. Έτσι το λίγο αυτό το διάστημα της παραμονής του προσπάθησε να συμβιβάσει και να καταλαγιάσει αντιθέσεις, πάθη και μίση, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο, δεδομένης της ιδιοσυγκρασίας των Ελλήνων.

Η ήδη βεβαρημένη κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε ραγδαία σε ένα κλίμα ανθυγιεινό και με τόσα προβλήματα φορτωμένο. Παρόλα ταύτα μέχρι τελευταίας αναπνοής του ο Βύρων θα αγωνίζεται υπέρ των Ελλήνων, αφήνοντας την τελευταία του πνοή στις 19 Απριλίου 1824 και μετατρέποντας τη μέρα της Λαμπρής σε μέρα θλίψης και πένθους, αφού έσβησε η μεγαλύτερη και ζωοδότρα ελπίδα για την τύχη του Μεσολογγίου.

Ο ίδιος, προφητεύοντας λες, έγραφε τον Ιανουάριο για τα γενέθλια των 36 του χρόνων: ‘’ Της τιμής εδώ είν’ ο τάφος,

τρέξε αυτού να σκοτωθείς…

Για τη δόξα πολεμώντας, πες’ εκεί ν’ αναπαυθείς’’.

Κατά τα άλλα η ζωή στο πολιορκημένο Μεσολόγγι συνεχιζόταν κανονικά…… ενώ και ο πόλεμος δεν σταμάτησε, αλλά έγινε κομμάτι της καθημερινότητάς τους. Μέσα στην πόλη ζούσαν προύχοντες, μικροκτηματίες, έμποροι,καραβοκύρηδες και ψαράδες, αλλά και ΄΄πρόσφυγες΄΄ από άλλες περιοχές, έμμισθοι Σουλιώτες πολεμιστές, που είχαν έρθει να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους. Εμπορικό λιμάνι το Μεσολόγγι, δεν στερήθηκε τον πλούτο, άλλωστε παρά τις τόσο αντίξοες συνθήκες, στην πόλη λειτούργησε σχολείο, δύο δικαστήρια, ενώ υπήρχε και η Αδελφότης των Φιλοδικαίων, με σκοπό τη δίκαιη διαχείριση των τροφίμων και των χρημάτων που ερχόταν ως βοήθεια.

Τα τέσσερα αυτά χρόνια που κράτησε ο πόλεμος- με διακοπές- όλα λειτουργούσαν σαν να μην άλλαξε τίποτα. Ο στίχος του Διονυσίου Σολωμού ΄΄δεν τους βαραίν’ ο πόλεμος, αλλά έγινε πνοή τους’’ αντικατοπτρίζει, ποιητικά, την απόλυτη αλήθεια για την πραγματικότηταπου βίωναν.

Όλοι κοιμούνταν στα σπίτια τους καθώς δεν υπήρχαν στρατώνες, ακόμα και οι Σουλιώτες στρατωνίζονταν στα σπίτια της πόλης. Οι πολίτες της ήταν πολεμιστές και οι πολεμιστές πολίτες. Ο Σουλιώτης Κίτσος Τζαβέλας πολεμά με λύσσα στην Κλείσοβα (θαλάσσιο οχυρό) για ώρες, βάφοντας τέλος κατακόκκινα τα νερά από το αίμα των Τούρκων και όταν τελειώσει η μάχη, πλήρως ικανοποιημένος, μες στα αίματα και τη μαυρίλα του μπαρουτιού, γυρνά στην πόλη και κοιμάται ήσυχος στην αγκαλιά της αγαπημένης του (για αυτό ο Καραϊσκάκης τον έβριζε, γιατί αθέτησε το λόγο του στην κόρη του με την οποία ήταν αρραβωνιασμένος ή παντρεμένος)

ΟΙ ‘’Ελεύθεροι Πολιορκημένοι’’ ήταν πραγματικά ελεύθεροι, αφού πήγαιναν κανονικά στις εκκλησίες, έκαναν τις γιορτές τους, οι κοπέλες σεργιάνιζαν τις Κυριακές βάζοντας το καλό τους ένδυμα, τον σέρσηγκα, ενώ δεν έλειψαν και οι γάμοι. Εξάλλου ο έρωτας είναι ο μόνος που επιζεί παντοτινά. Στους γάμους του στρατηγού Δημητρίου Μακρή με την κόρη του οπλαρχηγού Θανάση Ραζηκότσικα που έγιναν στις 7 Ιανουαρίου (τρεις μήνες πριν την έξοδο) κάηκε το πελεκούδι. Γλένταγαν και έριχναν μπαταριές, τόσο πολύ που οι Τούρκοι από έξω αναρωτήθηκαν τι συμβαίνει. ‘Όταν έμαθαν τα νέα του γάμου, ευχήθηκαν και εκείνοι ‘’Άντε μωρέ, να ζήσουν και καλή προκοπή’’.

Οι γυναίκες της πόλης έπαιξαν σημαντικό ρόλο. Στα τείχη, πολλές φορές, άλλαζαν θέση με τους άντρες, όταν εκείνοι κουρασμένοι, έβρισκαν λίγο χρόνο για ύπνο ή ανάπαυλα από την αντάρα του πολέμου. Εκείνες μαγείρευαν ό,τι έβρισκαν, στο τέλος και πριν την έξοδο δεν είχαν τίποτα για φαγητό. Πήγαιναν στα τείχη φυσέκια, που οι ίδιες τύλιγαν, έσκιζαν τα σεντόνια και τα έκαναν επιδέσμους για τους τραυματίες, ενώ κάθε φορά που τα εχθρικά κανόνια χαλούσαν σημεία των τειχών, γκρέμιζαν οι γυναίκες του Μεσολογγίου δωμάτια από τα σπίτια τους και μετέφεραν πέτρες στα τείχη για να επιδιορθωθούν. Κουβαλούσαν ξύλα για να ανάβουν φωτιές και να ζεσταίνονται οι πολεμιστές, ενώ δεν δίστασαν σχηματίζοντας μια ανθρώπινη αλυσίδα να μεταφέρουν από τα τείχη στην πόλη χώμα, με το οποίο οι Τούρκοι σχημάτιζαν βουναλάκια για να μπορούν να κρύβονται και να χτυπούν μέσα στην πόλη. Οι γυναίκες αυτές, χωμένες μέσα στα λαγούμια, όλη την νύχτα έσκαβαν για να παίρνουν αυτό το χώμα, ώστε οι Τούρκοι να μη βρίσκουν πού να κρυφτούν.

Όταν η πείνα ‘’έσφιγγε’’ και φαινόταν ότι θα τους ρίξει κάτω, οι Μεσολογγίτισσες πήγαν στα Επτάνησα (παράτολμο για την εποχή) για να ζητήσουν από τον κόσμο εκεί ‘’χρήματα και πανιά για τους λαβωμένους’’. Τα ονόματά τους με χρυσά γράμματα ας φέγγουν στον ελεύθερό ουρανό της πατρίδας: Αλεφαντώ, Γυφτογιάνναινα, Πιτούλαινα, Σάνα, Διαμάνταινα, Τσιμπερλέναινα, Αλτάνη Μάγιερ, Ειρήνη Στασινόπουλου κ.α. (ο κατάλογος είναι ατελείωτος).

‘Όλο αυτό το διάστημα το γέλιο δεν έλειψε στους πολιορκημένους και με αυτό ξόρκιζαν το κακό και ‘’διαόλιζαν’’ τους Τούρκους. ‘Όταν τους έπιαναν στο κυνήγι έξω από τα τείχη, εκείνοι φώναζαν ‘’Αμάν καπιτάν΄΄ και οι Γάλλοι που τους εκπαίδευαν στρατιωτικά φώναζαν ‘’παρντόν, παρντόν’’, ενώ όταν οι Μεσολογγίτες τους έπιαναν στις εφόδους και τους έστελναν πίσω, τους φώναζαν και αυτοί με τη σειρά τους ‘’παρντόν, παρντόν’’, ξεσπώντας στα γέλια.

Καθημερινά οι Γάλλοι έκαναν εκπαίδευση στους Τούρκους και πηγαίνοντας μπρος-πίσω σε παράταξη (οι πολιορκημένοι δεν είχαν δει ποτέ τέτοιες ασκήσεις) τους φώναζαν από τα τείχη: ‘’Πού πάτε ωρέ προς τα εκεί, από δω είναι το Μεσολόγγι’’.

Ο Κιουταχής δεν μπορούσε να κρατήσει τα νεύρα του, τον ξέρουμε δα και από την πρώτη πολιορκία. Ειδικά, όταν ακούει και κάθε πρωί τον Γουρνάρα να ανεβαίνει στα τείχη και να φωνάζει ‘’Αλέστα! του Κιουταχή τα γένια Χέστα!’’, βουρλιζόταν, άφριζε και φώναζε: ‘’Δεν βρίσκεται κανένας να τον κάνει να σωπάσει;’’

‘Ένας σκύλος μέσα στην πόλη (υπήρχαν ακόμη αυτά τα συμπαθή ζώα) μία βόμβα που βρήκε την πήρε για μπαλίτσα, άρχισε να την κυλάει και να παίζει, ενώ τα παιδιά που βρισκόταν γύρω γελούσαν με την καρδιά τους.

Ο πόλεμος είχε γίνει η καθημερινότητα ή το παιχνίδι και των παιδιών.Άλλοτε τα παιδιά συμμετείχαν στον πετροπόλεμο για να διώξουν τους Τούρκους από τα βουναλάκια με τα χώματα, άλλοτε έπαιρναν τη θέση του πατέρα τους, όταν αυτός πληγωνόταν, άλλοτε ορμούσαν χωρίς να ρωτήσουν κανέναν.

Ο Γαβριάς του Ουγκό γύριζε από τις μάχες με λάφυρα (όπλα άλογα κ.α.) επιδεικνύοντας τα ως τρόπαια με υπερηφάνεια, ο περίφημος Νταής Βορίλας χώθηκε μέσα από το στόλο του Ιμπραήμ, που ήρθε και πολιορκούσε από θάλασσα, για να ειδοποιήσει τον Κίτσο Τζαβέλα. Ο15χρονος Αντώνης Μπάκας ορμά και φέρνει δύο ντουφέκια χαλτούπηδων, όμως μία άλλη φορά λαβώνεται και λίγες μέρες αργότερα πεθαίνει.

Απαρηγόρητος ο 10χρονος Σπύρος Παπαλουκάς, γιος του στρατηγού Αναστασίου Παπαλουκά, ο οποίος κατά λάθος πυροδότησε βαρέλια με μπαρούτι, πετώντας ένα αναμμένο δαδί, με αποτέλεσμα να ανατιναχθεί το Βασιλάδι, το προπύργιο του Μεσολογγίου από τη θάλασσα, σκορπίζοντας θλίψη και απογοήτευση στους πολιορκημένους.

Αυτή ήταν λίγο-πολύ η κατάσταση που βίωναν οι πολιορκημένοι που ζούνε έτσι περίπου τέσσερα χρόνια.

Τα πράγματα άρχισαν να δυσκολεύουν σοβαρά με την άφιξη στις αρχές Δεκεμβρίου 1825 του Αιγύπτιου στρατηγού Ιμπραήμ, ο οποίος εδώ και καιρό αλωνίζει στην Πελοπόννησο, εκμεταλλευόμενος τις εμφύλιες διαμάχες και ένοπλες συγκρούσεις των επαναστατημένων.

Από το Φεβρουάριο του 1826 είχε καταλάβει όλα τα νησιά της λιμνοθάλασσας, επιφέροντας αποκλεισμό των πολιορκημένων και από τη θάλασσα, πράγμα που δημιούργησε τρομερές δυσκολίες στους ‘’έγκλειστους’’.

Βλέποντας ότι δεν υπάρχουν τρόφιμα, σιτάρι ή πολεμοφόδια και βρισκόμενοι σε απελπιστική κατάσταση στάλθηκε εξαμελής επιτροπή στο Ναύπλιο, η οποία φτάνοντας στις αρχές Φεβρουαρίου 1826 επισκέφθηκε εκτός του Ναυπλίου και το Άργος και την Ύδρα (παρέμεινε τέσσερις συνολικά μήνες), αλλά απογοητεύτηκαν οικτρά από την απροθυμία, αναβλητικότητα ή πρωτοφανή καθυστέρηση με την οποία αντιμετωπίστηκαν στις τραγικές εκκλήσεις τους για βοήθεια. Έκπληκτοι διαπίστωσαν ότι η τότε κυβέρνηση και οι οπαδοί των κομμάτων επιδίδονταν σε έναν αγώνα ψηφοθηρικό, ρωτώντας τους αν είναι Μαυροκορδισταί ή Κωλεττισταί (αντίστοιχα του αγγλικού και γαλλικού κόμματος).

Η Έξοδος του Μεσολογγίου, του Βρυζάκη Θεόδωρου.

Ενώ το Μεσολόγγι προσπαθούσε με νύχια και με δόντια να κρατηθεί ζωντανό και μαζί με αυτό να μη χαθεί η Επανάσταση, στο Ναύπλιο οι Αρμόδιοι έκαναν προεκλογικό αγώνα, σκορπίζοντας τα χρήματα του δανείου που είχαν ως σκοπό την ενίσχυση της Επανάστασης. Αηδιασμένοι και αγανακτισμένοι οι Μεσολογγίτες μπόρεσαν να συγκεντρώσουν τελικά από τους εμπόρους του Ναυπλίου και τους βουλευτές, που τους υποχρέωσαν να συνεισφέρουν, περίπου στις 400.000 γρόσια και 200 άνδρες του Θ. Γρίβα. Ο στόλος που έπρεπε επιτακτικά να τρέξει προς βοήθεια των πολιορκημένων κωλυσιεργούσε, καθώς, έπρεπε, λέει, να εφοδιαστεί με μέσα και τρόφιμα. Περισσότερο για το θέμα του Μεσολογγίου κινητοποιήθηκαν φιλέλληνες, όπως ο Ελβετός τραπεζίτης και φίλος του Καποδίστρια Εϋνάρδος, ο οποίος παρακινούμενος από τον Μητροπολίτη Ιγνάτιο, στέλνει τρόφιμα και σιτάρι. Άλλοι Ελβετοί θα συγκεντρώσουν 44.000 φράγκα, που όμως, όταν έφτασαν, το Μεσολόγγι ήδη είχε παραδοθεί στις φλόγες.

Με σκυμμένο το κεφάλι και την απόγνωση ζωγραφισμένη στα μάτια τους επέστρεψαν τα μέλη της επιτροπής στο Μεσολόγγι, μεταφέροντας τα μηνύματα που έλαβαν καθώς και τη συμβουλή από τους κυβερνητικούς του Ναυπλίου, οι οποίοι τους διαμήνυσαν ‘’να βαστάξουν, όσο μπορούν και εν τέλει να φάνε ο ένας τον άλλο, αν υπάρξει ανάγκη’’.

Μέσα στο Μεσολόγγι η κατάσταση δεν ήταν απλώς απελπιστική, δεν ήταν απλώς τραγική, ήταν εικόνα υπεράνθρωπης ψυχικής αντοχής, που σε όλη την ιστορία της ανθρωπότητας και αν ψάξεις τέτοια περίπτωση αυτοθυσίας, αυταπάρνησης και περιφρόνησης του θανάτου δεν θα βρεις.

Σε συνθήκες που ούτε τα ζώα δεν θα μπορούσαν να επιβιώσουν 10.000 άτομα ζουν στο Μεσολόγγι. Σύμφωνα με μαρτυρίες όσων έζησαν τα γεγονότα (Κασομούλης, Μίχος κ.α.) οι πολιορκημένοι, αφού έφαγαν ό,τι περπατούσε και ό,τι πετούσε, έπιναν νερό από δεξαμενές νερού ανάκατα με ποντίκια, εντόσθια και μυαλά σκοτωμένων και ό,τι άλλη ακαθαρσία μπορείς να φανταστείς. Πολλοί πέθαναν στους δρόμους ή στα σπίτια τους από αρρώστιες και λογής- λογής μολύνσεις, άλλοι από την πείνα δεν μπορούσαν να πάρουν τα πόδια τους, αλλά από τις πολεμικές θέσεις τους (τις ντάπιες) δεν έφυγαν ποτέ.

Την κατάσταση περιγράφει ποιητικά ο Διονύσιος Σολωμός:

΄Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει,

λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί κι η μάνα το ζηλεύει.

Τα μάτια η πείνα εμαύρισε, στα μάτια η μάνα μνέει

στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει.

Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ’έχω εγώ στο χέρι;

Όπου συ μου’γινες βαρύ και ο Αγαπηνός το ξέρει’’.

Και ενώ οι Τουρκοαιγύπτιοι συνεχώς κάνουν προτάσεις για παράδοση, οι γυναίκες του Μεσολογγίου προτιμούν να ταΐζουν τα ζωντανά παιδιά τους με κομμάτια από τα νεκρά παιδιά τους, προκειμένου να μπορούν να βαστάξουν το τουφέκι, παραδίδοντας, με αυτόν τον τρόπο, μαθήματα μεγαλειώδους φρονήματος, υψίστης πολεμικής συνείδησης και προσήλωσης στο Εθνικό καθήκον. Όλος ο τότε γνωστός κόσμος παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα και έκπληκτα μάτια τι σημαίνει Έλληνας και τι είναι σε θέση να κάνει, όταν οι συνθήκες το απαιτήσουν.

Μη έχοντας άλλη επιλογή και υπακούοντας στο σύνθημα της Επανάστασης «Ελευθερία ή θάνατος» θα αποφασίσουν την ηρωική έξοδο.

Ο Απρίλης είχε ήδη μπει, σκορπώντας τις ομορφιές του. Πόσο βασανιστικό, αλήθεια, θα ήταν για τους ‘’ελεύθερους πολιορκημένους’’ από τη μία να ετοιμάζονται να θυσιαστούν και από την άλλη να αντικρίζουν τις μαγευτικές ομορφιές της φύσης του Απρίλη;

Πόσο ωραία τα περιγράφει ο Διονύσιος Σολωμός!!!

‘’ Ο Απρίλης με τον έρωτα χορεύουν και γελούνε,

Κ οσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε.

Μάγεμα η φύσις κι όνειρο

στην ομορφιά και χάρη,

η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι.

Με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κραίνει,

όποιος πεθαίνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει’’.

Οι πολιορκημένοι όμως δεν παρεκκλίνουν της απόφασης τους. Χαράματα στις 9 Απριλίου, οπλαρχηγοί, πρόκριτοι και ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ μαζεύονται στο σπίτι του Τζαβέλα, όλοι τους ισχνοί, βρώμικοι, με μάτια που δεν φαίνονται από την πείνα, αλλά με ακλόνητη θέληση για αγώνα και για αντάμωμα του θανάτου. Πάρθηκε απόφαση να εκτελέσουν όλους τους αιχμαλώτους, Τούρκους ή χριστιανούς, γιατί ήταν αγανακτισμένοι από τη δραπέτευση ενός νέου εκχριστιανισμένου Τούρκου, καθώς και ενός Βούλγαρου εργάτη, που τον είχαν αιχμαλωτίσει. Συζητήθηκε επίσης και το ενδεχόμενο να σκοτώσουν όλα τα γυναικόπαιδα για να μην πέσουν στα χέρια των εχθρών. Αυτή την πρόταση απέτρεψε ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ.

Για τους 600 περίπου ασθενείς και πληγωμένους αξιωματικούς και στρατιώτες αποφασίστηκε να μεταφερθούν σε πιο καλά οχυρωμένα σπίτια και εκεί να πεθάνουν πολεμώντας. Σαν τελείωσε η σύσκεψη των ‘’κεφαλών΄΄ του Μεσολογγίου, άρχισαν οι προετοιμασίες. Όπως λέει ο Κασομούλης, όλα έγιναν με τόση αταραξία, με τόση ευχαρίστηση με τόσα γέλια και κανένας δεν συλλογιζόταν πως τάχα θα σωζόταν.

Εδώ οι στίχοι του Σικελιανού: ‘’Η Ελλάδα σέρνει το χορό,

χιλιάδες δίπλες ο χορός,

χιλιάδες τα τραπέζια

κι είν’ οι νεκροί στα ξάγναντα πρωτοπανηγυριώτες’’

βρίσκουν το πραγματικό τους νόημα.

Η Αλεφαντώ, η Αλτάνη, η Ειρήνη, η Σάνα και τόσες άλλες ‘’σαν έτοιμες από καιρό’’ ανοίγουν τα σεντούκια τους και βγάζουν τα επίσημα ρούχα, τις βράκες των ανδρών τους, ντύνονται με χαρά και περηφάνια, βάζουν στη μέση τα σπαθιά και τα κουμπούρια και γλυκογελούν με τη θέα που παρουσιάζουν.

Τα παιδιά τους απορημένα τις κοιτούν, γελούνε και αυτά κρυφά, απορούν που καίνε τα κρεβάτια τους, αλλά τα δασκαλεύουν τι να κάνουν. Θέλουν όμορφες και λεβέντισσες να παραδοθούν ‘’στη λευτεριά του Χάρου’’, όπως έκαναν σε άλλα μέρη και οι μαρτυρικές Σουλιώτισσες: «Έχε γεια καημένε κόσμε, έχε γεια γλυκιά ζωή»!!!! Άλλωστε σε τι διαφέρουν αυτές;

Οι άντρες ετοίμαζαν τις ξύλινες φορητές γέφυρες για να περάσουν την τάφρο που είχαν ανοίξει οι Τούρκοι, έθαψαν στη γη ό,τι πολεμικό υλικό δεν μπορούσαν να μεταφέρουν, καθώς και τα πιεστήρια των τυπογραφείων που έβγαζαν την εφημερίδα τους, επίσης και τα τυπογραφικά στοιχεία για να μην δοθούν ‘’…. εις τους χοίρους οι μαργαρίται’’.

Το βραδάκι με τη συνοδεία φαναριών μεταφέρθηκαν οι ανήμποροι, όπως είπαμε, σε πιο οχυρωμένα σπίτια: ‘’Τα παράθυρα να μας αφήσετε ανοιχτά μονάχα και ώρα καλή σας! Ο Θεός να μας ανταμώσει στον άλλο κόσμο’’ έλεγαν.

Με μία γλυκιά προσμονή ξημερώνει η 10η Απριλίου, η μέρα που θα γινόταν η έξοδος. Ήταν το Σάββατο της Ανάστασης του Λαζάρου, μήπως και σε μια δικιά τους ανάσταση ήλπιζαν οι πολιορκημένοι;

Η ώρα προς τη Μεγάλη Θυσία μετρά αντίστροφα, όμως μέσα στο Μεσολόγγι ξετυλίγονται σκηνές ανεπανάληπτου Εθνικού Μεγαλείου.

Το μεσημέρι συγκεντρώνονται οι οπλαρχηγοί στον προμαχώνα του Μακρή και καταρτίζουν το σχέδιο της Εξόδου: Θα χωριστούν σε τρία σώματα (κολώνες), τα δύο πρώτα με οπλαρχηγούς και άνδρες την λεγόμενης Φρουράς του Μεσολογγίου και το τρίτο από Μεσολογγίτες και κυρίως από γυναικόπαιδα.

Ο Ιμπραήμ από την άλλη πλευρά των τειχών ετοιμαζόταν και αυτός να οδηγήσει στην Αθανασία τους ηρωικούς εξοδίτες, μελετώντας πως θα το καταφέρει καλύτερα.

Όμως μέσα στο Μεσολόγγι και ενώ όλα ήταν στην προκαθορισμένη θέση τους, πολλοί συγγενείς, φίλοι και κυρίως γυναίκες αποφάσισαν να μείνουν και να πεθάνουν με τους δικούς τους. ‘’Καλήν αντάμωση εις τον άλλον κόσμον’’ ευχόταν ο ένας τον άλλο. Ήδη και προτού ακουστούν τα τύμπανα του πολέμου, εκείνοι βάδιζαν στο δρόμο της Θυσίας που δεν έχει γυρισμό.

Ήρθε το ηλιοβασίλεμα και άρχισαν οι πολεμιστές να παίρνουν τις θέσεις τους. Στις 6:30 το απόγευμα ακούστηκαν από έξω πυροβολισμοί, πάνω στην κορυφή του όρους Ζυγού, σύνθημα ότι είχαν φτάσει ενισχύσεις από την Δερβέκιστα. Ο ουρανός είχε σκοτεινιάσει και σύννεφα άρχισαν να μαζεύονται. Χάρηκαν οι εξοδίτες, το φεγγάρι δεν θα φωτίζει, ώστε να φανούν οι κινήσεις τους στον κάμπο.

Γύρω στις 9:00 το βράδυ βγήκαν από την ανατολική πλευρά του τείχους, έστησαν τα γεφύρια τους στη νέα τάφρο του Ιμπραήμ και, καθώς περνούσαν, δέχτηκαν τα πρώτα τουφεκίσματα, αφού ο Ιμπραήμ γνώριζε ήδη το σχέδιό τους, μάλλον από τον Βούλγαρο που είχε αιχμαλωτίσει.

Πέφτοντας κάτω για να προφυλαχθούν έμειναν έτσι περίπου μία ώρα περιμένοντας να χτυπήσει η έξω βοήθεια, ώστε να απασχοληθούν οι Τούρκοι και έτσι αυτοί να μπορέσουν να συνεχίσουν την πορεία τους. Για κακή τους τύχη (λες και η φύση να συνωμότησε σε αυτή την τραγωδία) τα σύννεφα διαλύθηκαν και το φως του φεγγαριού φώτισε με το άπλετο φως του την περιοχή. ‘Έτσι καθώς η έξω βοήθεια δεν κινήθηκε, αποφασίζουν να κάνουν μόνοι τους έξοδο, ενώ ο Ιμπραήμ δεν έπαψε τον καταιγισμό πυρών.

Ξαφνικά ακούστηκε μία τρομερή ιαχή που τράνταξε γη και ουρανό ‘’ Α! Α! Α! Επάνω τους! Πάρτε τους ‘’, σαν άλλοτε όταν έλεγαν οι αρχαίοι πρόγονοί μας …’’ίτε Παίδες Ελλήνων….’’

‘Ορμησαν οι άντρες αχαλίνωτα, αλλοπαρμένοι, με τα γιαταγάνια και τα σπαθιά τους, σαν χείμαρρος απελπισμένων. Οι δυνατοί περνούσαν την τάφρο πηδώντας, ενώ οι πιο αδύνατοι έμεναν πίσω. Εκείνη τη στιγμή, λόγω αναμπουμπούλας, ακούστηκε από το 3ο σώμα με τα γυναικόπαιδα ‘’οπίσω, οπίσω μωρέ παιδιά’’ και άλλοι πήγαιναν προς τα μπροστά στην τάφρο, οι περισσότεροι όμως, μέσα στο αχό και την θολούρα της στιγμής, γύρισαν στην πόλη. Άλλοι τουφεκίστηκαν στην προσπάθειά τους να περάσουν την τάφρο, άλλοι έμειναν στα χαντάκια και έπεσαν στα χέρια των εχθρών, ενώ τη στιγμή εκείνη εξερράγησαν οι υπόνομοι που πυροδότησε ο γέροντας Σουλιώτης ιερέας Διαμαντής, δημιουργώντας τεράστιες φλόγες στον ουρανό και φωτίζοντας για λίγο το τρομοκρατικό εκείνο θέαμα της αντάρας του πόλεμου.

Μέσα στην πόλη επικρατούσε χαλασμός. Γέροι, γυναίκες, παιδιά πληγωμένοι έμειναν εκεί ή μπήκαν καταδιωκόμενοι από τους Τούρκους. Ακολούθησε μία τρομακτική σφαγή. Κάθε σπίτι έγινε και ένα κάστρο, από παντού ακούγονταν εκρήξεις. Πυριτιδαποθήκες έσκαζαν από τα φυτίλια των Μεσολογγιτών, με τον γέροντα Χρήστο Καψάλη να βάζει μπουρλότο και η γης να κλονίζεται συθέμελα, παρασύροντας στο θάνατο φίλους και εχθρούς, μάνες να σκίζουν με τα ουρλιαχτά τους τον αέρα και το σκοτάδι της νύχτας, Τούρκοι σκοτώνονταν από Τούρκους, γιατί δεν μπορούσαν να αναγνωριστούν, Αιγύπτιοι νόμιζαν τους Τουρκαλβανούς για Έλληνες, καθώς μιλούσαν ελληνικά και τους φόνευαν.

Γυναίκες με ρούχα ανδρικά να πολεμούν σαν άντρες με τα παιδιά τους στην αγκαλιά ή στο πλάι τους, άλλες αυτοκτόνησαν πέφτοντας στα εχθρικά σπαθιά, άλλες έκοψαν τη γλώσσα τους με τα δόντια τους, άλλες συντροφεύοντας τον Καψάλη και άλλες των Ρωγών Ιωσήφ ανατινάχθηκαν στις μπαρουταποθήκες, άλλες σκότωναν τα παιδιά τους, άλλες τα είχαν δώσει αφιόνι, ώστε να μην μπορούν να καταλάβουν τα συμβάντα γύρω τους και εκείνα ζαλισμένα θαμποέβλεπαν σαν’’ σε όνειρο του ονείρου’’ φωτιές μέχρι τον ουρανό, τον πατέρα και τους συγγενείς τους σκοτωμένους να κείτονται με αιματοβαμμένη τη φουστανέλα στο έδαφος, θαμποέβλεπαν γέροντες να βάζουν φωτιά σε κάτι βαρέλια και να απορούν, αν πρόκειται για κάποιο πολεμικό παιχνίδι -είχαν ‘άλλωστε συνηθίσει σε αυτό’- ή για πραγματικότητα.

Σιγά- σιγά σώπασαν τα ουρλιαχτά και οι αλαλαγμοί. Με το φως των εκρήξεων, δεν μπορούσες να διακρίνεις και το φως της αυγής, όταν ξημέρωσε η 11η Απριλίου, Κυριακή των Βαΐων. Ακόμα ακουγόταν οι υπόκωφοι κρότοι κανονιών και πυροβολισμών, ενώ ο ουρανός ήταν κατάμαυρος από τους καπνούς. Όσοι είχαν σωθεί, από τις κορφές όρους Πεταλά, ατένιζαν τα αποκαΐδια του τόπου τους και την τουρκική σημαία που υψώθηκε στα χαλάσματα του Μεσολογγίου.

Από τους 3.000 στρατιωτικούς υπολογίζεται ότι σκοτώθηκαν 1.700. Από τις γυναίκες μόνο 13 Σουλιώτισσες σώθηκαν και από τα παιδιά τρία ή τέσσερα. Η πλευρά του εχθρού είχε γύρω στις 5.000 ανθρώπινες απώλειες.

Ο Ιμπραήμ ακόμα δεν μπορούσε να καταλάβει, αν είχε ξημερώσει. Κάτι ο αχός και η αντάρα της μάχης, κάτι ο σκοτεινιασμένος μαύρος ουρανός από τους καπνούς και τις φλόγες που ακόμα σιγόκαιγαν, τον μπέρδευαν. Του φάνηκε, σαν σε όραμα, πως είδε στον ουρανό, μόλις σήκωσε το βλέμμα του, χιλιάδες αστεράκια να τον χαιρετούν, στήνοντας τρελλό χορό. Είναι οι χιλιάδες ψυχές των σκοτωμένων που φωνάζουν στον περήφανο Τουρκοαιγύπτιο στρατηγό: ‘’Αλέστα Ιμπραήμ, ήμασταν και θα είμαστε για πάντα Ελεύθεροι’’.

Το Μεσολόγγι έπεσε, όμως καμία νίκη της Επανάστασης δεν ωφέλησε τόσο πολύ την πορεία των Ελλήνων για την ανεξαρτησία τους όσο αυτή η απερίγραπτη για τα ανθρώπινα δεδομένα ήττα των αγωνιζομένων Ελλήνων.

Όλος ο τότε γνωστός κόσμος, μόλις έγινε γνωστή η θυσία του Μεσολογγίου,’ γονάτισε’ μπροστά στο βωμό των θυσιαζομένων. Παντού έπνεε αέρας συμπάθειας και συμπαράστασης στους σκληρά μαχόμενους Έλληνες, προκειμένου να αποκτήσουν την ελευθερία τους.

‘Οπως σημειώνει ο Άγγλος ιστορικός Τζώρτζ Φίνλεϊ ΄΄Λες και όλος ο πατριωτισμός είχε συγκεντρωθεί μέσα στα τείχη του Μεσολογγίου’’.

Έτσι η πόλις του Μεσολογγίου δικαίως ονομάζεται Ιερά, καθώς τα χώματά της καθαγιάσθηκαν με το αίμα των υπερασπιστών τής

Εξόδου που με τη θυσία τους μάς οδήγησαν στην ελευθερία.

Υ.Γ. Το σύνθημα της Εξόδου δόθηκε από ένα σήμαντρο, το οποίο σώθηκε από τους κυνηγημένους Μεσολογγίτες και το έφερε στην Καστοριά κάποιος πρόγονος της οικογένειας Λιάνου. Την είδηση αυτή πληροφορήθηκε ο παπα- Αργύρης Μαχαιράς, ο οποίος πηγαίνοντας στην Αμερική, πέρασε από την Αθήνα (1908 ή 1909),το ανέφερε σχετικά στη Δ/νση του Εθνολογικού Μουσείου, και από εκεί το πληροφορήθηκε ο Δήμος Μεσολογγίου, το ζήτησε και το 1913 το παρέλαβαν δύο αξιωματικοί. Ήταν στημένο στο ναϊδιο του Αγίου Δημητρίου (Κουσιουρή) στο Τσαρσί. Όταν χρειαζόταν να ηχήσει στερεωνόταν σ’ ένα δέντρο του μεγάλου κήπου της Καλλιόπης Καραγκούνη, γιαγιάς τού λαογράφου μας Λουκά Σιάνου. Ήταν γυαλιστερό και έβγαζε εκπληκτικό μεταλλικό ήχο.

Κάνε κλικ εδώ για να γίνεται συνδρομητής.